«Εάν έβρεχε σούπα, οι Ιρλανδοί θα έβγαιναν έξω με πιρούνια».

 Μπρένταν Μπήαν (Brendan Behan) 1923 -  1964

CROSSING THE HOURS

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

L'ouverture de Τannhäuser

Μια μουσική πρόταση

To God our twice-Revenger

John Wilsom - 1588-1667

Πάντα αμφιβάλλω για την αλήθεια μου και τις αλήθειες των αλλωνών.

Ίων Δραγούμης  1878-1920

Δείτε το portfolio

Integer ac vehicula eros, sed dictum sapien. Donec dignissim porttitor ante, sit amet placerat dui. Donec mollis vel arcu.

I gaze into her eyes—their tender light,
And strong, illumes my spirit's darkest night,
And pours rich glory on me as a star
Which brings its silver luster from afar.

Sweet thoughts and beautiful within me burn,
And heaven I see what way soe’er I turn;
In borrowed radiance of her soulful glance
All things grow tenfold lovely and entrance.

I touch her willing hand—as gentle dove
It rests within my own, in trusting love;
And yet it moves me with a power so deep,
My heart is flame, and all my pulses leap.

I breathe her name unto the flowers: they bloom
With rarer hues, and shed more rich perfume!
The skylark hears it, as he floats along,
And adds new sweetness to his morning song.

Oh magic name! deep graven on my heart,
And, as its owner, of myself a part!
It hath in all my daily thoughts a share,
And forms the burden of my nightly

prayer!

Breaking News


As if the lucky might ride it to shore
while the others go under.

Some dogs make for higher ground,
spurred by a shake or a sound
in a frequency to which we never tuned.

Dogs’ ears rise now
to the scream of the still-black screen,
the pitch before the picture.

Breaking here means broken elsewhere.
All our instruments, and still we’re late.

It’s six o’clock. In the windows,
families flicker on,
faces splashed blue in the wake.

Μαντώ Αραβαντινού 

Γραφή Γ΄ (απόσπασμα)
Ποια μέθη κρατάει τα βλέφαρά σας μισόκλειστα;
Η μνήμη του αδιέξοδου; ή η γνώση του ελάχιστου;

Έτσι τους μίλησα και κρατούσα τα μάτια ορθάνοιχτα μέσα στη νύχτα.
Γιατί αυτή των φθόγγων η δύναμη των αισθήσεων μαλακτικό και μαστίγιο.
Όμως άπνοια του θέρους και θρηνωδία πουλιών.

Τότε τα πράγματα με πλησίασαν ανάλγητα και αυτά περιγράφω.
Προχωράω σε βάθος.
Διαπερνώ τον χώρο του λόγου.
Αρθρώνω τους φθόγγους που βγαίνουν απρόθυμοι απ’ την καρδιά των αντικειμένων.
Περισφίγγω ασφυκτικά το αντικείμενο.
Ενσωματώνω κι ενσωματώνομαι στις μορφές του αντικειμένου.
Η γλώσσα ακόμα ανάπηρη.

Το εκεί, το εδώ, που πάντα συμπλέκεται.
Το εγώ και το συ στους δικούς του τους νόμους.
Ακούω τους κραδασμούς του ανέκφραστου,
των ανάρθρων τους ήχους,
των φθόγγων φευγαλέα την άρθρωση,
την ροή του χειμάρρου.

Μετράω σιωπή.

Αθήνα 1964-67

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Λουίζ Γκλουκ

Η Αμερικανίδα ποιήτρια Λουίζ Γκλουκ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020 για τη «χαρακτηριστική ποιητική φωνή της που με την αυστηρή ομορφιά της κάνει παγκόσμια την ατομική εμπειρία» 

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1943 και σήμερα ζει στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ.

Θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες σύγχρονες ποιήτριες των ΗΠΑ. Το έργο της διακρίνεται για την τεχνική ακρίβεια, την ευαισθησία πάνω στις θεματικές της μοναξιάς, των οικογενειακών σχέσεων, του διαζυγίου και του θανάτου με συχνές αναφορές στον μύθο της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Συχνά την έχουν χαρακτηρίσει «ζοφερή» ή «σκοτεινή» ποιήτρια. Τα έργα της περιλαμβάνουν έντονα στοιχεία από τον προφορικό λόγο, ενώ οι ιδιωματικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί κάνουν την ποίησή της προσιτή στο ευρύ κοινό.

Σημαντικότερες διακρίσεις:

Το 1992 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της «The Wild Iris» .  Το 1999 το κερδίζει Βραβείο Μπόλινγκεν του Πανεπιστημίου του Γέιλ για τη συλλογή της «Vita Nova». 

Το 2003 χρίσθηκε 12η «Poet Laureate» της Αμερικής. 

Το Νοέμβριο του 2014 της απονεμήθηκε το αμερικανικό «Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Ποίησης» για τη συλλογή της «Faithful and Virtuous Night».

Από τα ποιήματα που είχαν δημοσιευτεί στην “Πάροδο” αναρτούμε εδώ τον «Γήινο Έρωτα».

Γήινος έρωτας

Ήταν τότε που οι συμβάσεις των καιρών
τους κρατούσαν μαζί.

Ήταν μια εποχή (που κράτησε πολύ)
στην οποία η καρδιά δινόταν ελεύθερα
με την απαίτηση, μιας τυπικής χειρονομίας,
με τίμημα την ελευθερία: μια αφοσίωση
αρχικά συγκινητική και ανέλπιδα καταδικασμένη.

Όσο για εμάς:
ευτυχώς αποκλίναμε
απ’ αυτά τα αιτήματα,
όπως υπενθύμισα στον εαυτό μου
όταν η ζωή μου ερειπώθηκε.

Έτσι αυτό που είχαμε τόσα χρόνια
ήταν λίγο ή πολύ,
οικειοθελώς ζωντανό.

Και μόνο μετά από καιρό
άρχισα να σκέφτομαι αλλιώς.

Είμαστε όλοι ανθρώπινοι –
προστατεύουμε τους εαυτούς μας
όσο καλύτερα μπορούμε
μέχρι του σημείου να αρνούμαστε
τη διαφάνεια, τη στιγμή
της αυταπάτης. Όπως στην
αφοσίωση που υπαινίσσομαι.

Και τώρα, μέσα σ’ αυτήν την πλάνη,
εμφανίστηκε η αληθινή ευτυχία.

Έτσι ώστε να πιστεύω ότι
θα επαναλάβω με ακρίβεια
τα ίδια ακριβώς λάθη.

Όχι ότι είναι για μένα
τόσο κρίσιμο να ξέρω
το εάν αυτή η ευτυχία
είναι κτισμένη πάνω στην ψευδαίσθηση:
άλλωστε έχει τη δική της πραγματικότητα

Και σε κάθε περίπτωση, θα τελειώσει.»